L’immunità dell’ignoranza

Spyros Aravanìs

Spyros Aravanìs
(Σπύρος Αραβανής)

Testi
(Cura e traduzione di Massimiliano Damaggio)

από “Η ανοσία της άγνοιας”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2008
da “L’immunità dell’ignoranza”, edizioni Odòs Panòs, 2008

 

Spyros Aravanìs

 

Η καμπάνα

Κάποτε χτυπάει μια καμπάνα
βγαίνουμε ξυπόλυτοι στους δρόμους
και τρέχουμε προς τον ήχο της.
Όσοι φτάνουμε με περισσότερο πληγιασμένα πόδια
φράφουμε τα καλύτερα ποιήματα.
(Εις ανάμνησιν, βέβαια πάντα, του ήχου κι όχι της θέας).
Όσοι δεν φτάνουνε ποτέ, γινόμαστε αναγνώστες.

 

La campana

A volte suona una campana
usciamo scalzi per le strade
e corriamo verso il suo suono.
Chi di noi giunge con i piedi più martoriati
scrive le poesie migliori.
(In ricordo, certo sempre, del suono e non dello spettacolo).
Chi di noi mai arriva, diventa lettore.

 

*

 

Έγραψα ποιήματα

Έγραψα ποιήματα σκαρφαλωμένος σε βράχια
με το ένα χέρι να κρατώ τα κλαδιά
με το άλλο την πένα.
Με κατηγόρησαν ότι δε δόθηκα ολόκληρος σ’ αυτήν.
Δεν είδαν, φαίνεται,
ότι όταν το σώμα μετεωριζόταν στο κενό
στο χέρι μου κρατούσα το σπασμένο κλαδί.

Η πένα ήταν καρφωμένη στα βράχια.

 

Ho scritto poesie

Ho scritto poesie aggrappato sulle rocce
con una mano tenevo i rami
con l’altra la penna.
Mi hanno accusato di non essermi dato del tutto.
Non hanno visto, pare,
che quando il corpo era sospeso nel vuoto
nella mano reggevo il ramo spezzato.

La penna, conficcata nella roccia.

 

*

 

Η ποίηση και η ανάγκη της
στον Σωτήρη Παστάκα

Το βάθος της θάλασσας μετριέται από τη δίψα
και το σκοτάδι απ’ την οικείωση ματιού με θάνατο.

Εκείνα όμως τα πρωινά
που η ζωή πυκνώνει σαν το γάλα
πώς μετριούνται Σωτήρη;

Με το βυθόμετρο της ποίησης, λένε.

Απ’ την ανάγκη μας για αυτή, περισσότερο,

θα πούμε εμείς.

 

Della necessità della poesia
a Sotirios Pastakas

La profondità del mare si misura dalla sete
e l’oscurità con l’abitudine dell’occhio alla morte.

Tuttavia quelle mattine
dove la vita si addensa come latte
come si misurano, Sotirios?

Con lo scandaglio della poesia, dicono.

Più con la necessità che ne abbiamo

diremmo noi.

 

*

 

Η ανοσία της άγνοιας

Κόβουμε δελτία παροχής υπηρεσιών
σε σιωπές και μελαγχολίες
σαν να πρόκειται για αλλοδαπές εργαζόμενες εντός μας.
Η μούσα της θλίψης
κατάντησε ωρομίσθια και ασυνδικάλιστη
με τον τρόμο της ανεργίας
να αιωρείται πάνω από το κεφάλι της.
Ποντάρουμε σε λίγες στιγμές πίκρας
για να βγάλουμε μια ολόκληρη ζωή ξαστεριάς,
μα τίποτα πια δεν φαίνεται ικανό
να συγκινήσει για πολύ.
Καίγονται όλα στο χρόνο ενός φιλιού.
Χάνονται μπροστά στον τρόμο μιας αλήθειας.
Κατάντησε η λύπη
μονάχα ένα αντίδοτο στην ανοσία της άγνοιας,
ένας τρόπος να σπάσουμε τη μονοτονία των ασυγκίνητων ημερών,
μια ξεθυμασμένη, τελικά, οργή.

 

L’immunità dell’ignoranza

Facciamo ritenute d’acconto
a silenzi e malinconie
come fossero badanti extracomunitarie dentro noi.
La musa della tristezza
ridotta a un tanto all’ora e senza sindacati
e il terrore della disoccupazione
sospesa sulla testa.
Puntiamo su pochi istanti di amarezza
per ricavarne una vita intera di notte stellata
e null’altro sembra adatto
per commuovere più a lungo.
Tutto brucia nel tempo di un bacio.
Tutto si perde nella paura d’una verità.
Il dolore ridotto
ad antidoto per l’immunità dell’ignoranza,
un modo di spezzare la monotonia di giorni imperturbabili,
una rabbia sbollita, infine.

 

*

 

Η εν κινήσει ακινησία

Έτσι από πείσμα, δέσαμε κάποια φορά,
τη θάλασσα σε βράχο, τον ουρανό σε δέντρο
και τη ζωή στο κορμί.
Από τότε η αρμύρα σκαλίζει στην πέτρα καράβια,
τα αστέρια σαν καρποί κρέμονται στα φύλλα
και οι φλέβες ανοιχτές ποτίζουνε το χώμα.
Εμείς πιο ακίνητοι από ποτέ
τρομάζουμε, τώρα, από τους κτύπους στο στήθος
κι από τις ανάσες στα χείλη.
Θρηνούμε για τη ζωή που χάνεται
ξωσμένη άλυτους κόμπους
για τη ζωή που χάνεται
μέσα στη ζωή που πάντα θα κυλάει.

 

Immobilità in movimento

Così per puntiglio abbiamo legato
il mare allo scoglio, il cielo all’albero
e la vita al corpo.
Da allora la salsedine scolpisce navi nella pietra,
le stelle pendono dalle foglie come frutti
e le vene aperte dissetano la terra.
Noi più immobili che mai
nel terrore, ora, dei battiti nel petto
del respiro alle labbra.
Lamentiamo la vita che si perde
nel cardare nodi irresolubili
la vita che si perde
nella vita che sempre scorre.

 

Arshile Gorky, Agony, 1947

 

 

Από “Ιστορία ενός ανθρώπου”, εκδόσεις Μετρονόμος, 2011
Da “Storia di un uomo”, edizioni Metronòmos, 2011

 

Κάθε σπίτι αυτής της γης

Κάθε σπίτι αυτής της γης πενθεί αιώνια
σαν να έσφαξαν στα θεμέλιά του κι έναν αναστεναγμό.
Κι αυτοί που ανακουφίστηκαν τα πρωινά ακούγοντας
το ηχηρό λάλημα των θυσιασμένων πετεινών
βρήκαν το βράδυ την μπανιέρα τους γεμάτη
από το αίμα των αθώων όλου του κόσμου.
Γιατί το φεγγάρι που περιπολεί σαν προβολέας φυλακής
μη το εμπιστεύεσαι• δωροδοκείται
για ένα κομμάτι φως,
για μια μέρα ζωής παραπάνω.

Κάθε σπίτι αυτής της γης φθονεί αιώνια
το θερισμένο στάχυ και την ανήλικη ελιά
εκλιπαρώντας να του διδάξουν την εγκαρτέρησή τους
στον πόνο, στον τρόμο και στο κακό ριζικό.
Και όσο εκείνα δεν ανταποκρίνονται
τόσο τα σπίτια εξαθλιώνονται απ’ το σαράκι του χρόνου
κι απ’ την αγωνία της επόμενης εποχής.
Κι όμως το κυοφόρο σύννεφο που ξαπλώνει
σαν ετοιμόγεννη γυναίκα πάνω από τις στέγες μας
τι παραπάνω γνωρίζει;
Έχουμε το μυστικό μέσα μας και επαιτούμε αλήθειες.
Από εκεί αρχινά και η τρέλα μας.

Κάθε σπίτι αυτής της γης ριγεί αιώνια
σε κάθε φιλί που ξεριζώνεται σαν δόντι από το στόμα
σε κάθε δάκρυ που βγαίνει απ’ τα έγκατα του σώματός μας
σε κάθε ανάγκη που πηγάζει από το αίμα
σε κάθε θεό που ανασαίνει τη φωνή μας.

 

Ogni casa di questo mondo

Ogni casa di questo mondo è per sempre in lutto
come le avessero ucciso nelle fondamenta un sospiro.
E chi la mattina si è rasserenato nell’ascoltare
il canto sonoro degli uccelli sacrificati
la sera han trovato la vasca ricolma
di sangue degli innocenti del mondo.
Perché alla luna in pattuglia come un faro del carcere
non devi credere; la puoi corrompere
per un pezzo di luce
per un giorno di vita in più.

Ogni casa di questo mondo per sempre invidia
della spiga mietuta e del vecchio ulivo
nella sua supplica di apprenderne la sopportazione
a dolore, paura e cattiva sorte.
E se la spiga e se l’ulivo non rispondono
le case si disfanno nel tarlo del tempo
nell’agonia del tempo a venire.
Ma questa nube gravida che si distende
sopra il nostro tetto come una partoriente
che cosa sa di più?
Abbiamo in noi il segreto ed elemosiniamo verità.
È qui che ha inizio la nostra follia.

Ogni casa di questo mondo freme per sempre
per ogni bacio sradicato come un dente dalla bocca
per ogni lacrima riversata dalle viscere del corpo
per ogni bisogno sgorgato dal sangue
per ogni dio che respira la nostra voce.

 

*

 

Η αρχιτεκτονική της λήθης
Στον Γιώργο Σεφέρη

Η αρχιτεκτονική της λήθης οικοδομείται
στα θεμέλια της μνήμης.
Ένας λαός έτοιμος να απεκδυθεί τα ιμάτια του
αλλάξει τη σάρκα του με τη σάρκα του νέου
του ολότελα διαφορετικού μέλλοντος
χωρίς να αφήσει κεντημένο στο δέρμα του
έστω ένα στίχο
να κρατήσει στο βλέμμα του
ένα θρυμματισμένο άγαλμα
και λίγη άμμο από τις ακτές της Ιστορίας του
μέσα στις μικρές του φούχτες.

Το φως που υμνήσαμε κρέμεται ανενεργό πάνω στα ηλεκτροφόρα
καλώδια,
οι θάλασσες που αγναντέψαμε, εμφιαλώνονται για τους τουρίστες,
ο ήλιος κόβεται σε νομίσματα
και η ελιά σφραγίζεται με πύρινο σταυρό.
Και εκείνες οι καταστροφές και οι αποδημίες
οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι θυσίες
διαβάζονται πια σαν ξόρκια
σαν ιστορία
και προβάλλονται τρισδιάστατα σε σκοτεινές αίθουσες
το χρήμα να ξεπλένει το αίμα
το αίμα να ξεπλένει το χρήμα.
Κάποτε κάποτε φοράμε ψηλά τακούνια και κάνουμε θόρυβο
περπατώντας μέσα στα γήπεδα.

Μα με πέλματα βρώμικα και πόδια γεμάτα καντήλες
επιστρέφουμε πιο βραχύσωμοι σπίτι.
Άλλοτε πάλι ακούμε τα υπόγεια νερά των ποταμών
και φαντασιωνόμαστε αρχαίους περιπάτους και χαϊδέματα.
Μα τα δάκτυλα συνήθισαν να πληκτρολογούν τη μοναξιά τους
να καρφώνουν τα χάδια πάνω σε κουμπιά
και να ακομπανιάρουν ευνουχισμένα αισθήματα
φριχτά τραγουδισμένα από άφυλους αοιδούς.
Κι άλλοτε φτιασιδώνουμε την αρρώστιά μας
αρχαϊκό γέλιο ή κλάμα
κάθε καλοκαίρι και άλλος επιδαύρειος θίασος
στο ίδιο έργο.

Είμαστε η λήθη που οικοδομείται
οι λίθοι που την οικοδομούν,
ο περιούσιος λαός ενός δολοφονημένου από την πίστη μας
θεού.
Οι γραμμές στα πρόσωπά μας άλλαξαν.
Οι αυλακιές στις παλάμες μας άλλαξαν.
Οι δρόμοι του αίματός μας άλλαξαν.
Οι λεωφόροι του μυαλού μας άλλαξαν.
Οι εθνικές οδοί μας άλλαξαν.

Δεν είναι πια τόπος.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις εδώ.

 

L’architettura dell’oblio
A Yòrgos Seféris

L’architettura dell’oblio si costruisce
sulle fondamenta della memoria.
Un popolo pronto a togliersi le vesti
a cambiare la propria carne con quella del nuovo
di un futuro in tutto differente
senza lasciarsi ricamato sulla pelle
neppure un verso
e trattenere nello sguardo
una statua frantumata
e un poco di sabbia della coste della sua Storia
nei piccoli palmi.

Il sole che abbiamo cantato pende inattivo dai cavi dell’alta tensione,
i mari che abbiamo contemplato imbottigliati per turisti,
il sole stampato sulle monete
l’ulivo marchiato a fuoco con la croce.
E quelle distruzioni e quelle emigrazioni
lacerazioni interne e pene
lette ormai più come scongiuri
che non come storia
proiettati in tre dimensioni nelle sale buie
il denaro lava il sangue
il sangue lava il denaro.
Capita che portiamo tacchi alti, che facciamo rumore
quando passeggiamo sul campo di pallone.

Con i piedi sporchi e pieni di vesciche
rientriamo a casa un po’ più bassi.
A volte riascoltiamo le acque sotterranee dei fiumi
così fantastichiamo di antichi sentieri e di carezze.
Ma le dita sono abituate a digitarsi la solitudine
a inchiodare le carezze sui tasti
accompagnandosi a sentimenti castrati
cantati con orrore da aedi asessuati.
E a volte ancora orniamo queste nostre malattie
di risa o pianti antichi
ogni estate un’altra compagnia ad Epidauro
ma lo stesso identico spettacolo.

Siamo l’oblio in costruzione
siamo la pietra che lo costruisce,
il popolo eletto di un dio assassinato dalla nostra
fede.
Le rughe sui nostri volti sono cambiate.
Le linee dei nostri palmi sono cambiati.
Le strade del nostro sangue sono cambiate.
I viali del nostro pensiero sono cambiati.
Le nostre autostrade sono cambiate.

Non è più luogo.
Non è più luogo da vivere.
Non è più luogo da vivere, qui.

 

Spyros Aravanìs

 

***

5 pensieri su “L’immunità dell’ignoranza”

  1. Salve amici! ho un po’ di letture arretrate.
    Non ho avuto il tempo ma rimedierò presto.
    Grazie del bellissimo post.
    Ho apprezzato questa poesia diretta, apparentemente discorsiva perchè sprona al dialogo intimo con leggerezza e fiducia.
    In modo particolare ho dialogato con due poesie: “Immunità dell’ignoranza” e “Ogni casa di questo mondo” trovando accenti delicati e profondi.
    Affettuosi saluti a tutti, Gaetano, dall’Irpinia

  2. Grazie a Massimiliano ho conosciuto la poesia di Spyros Aravanìs.
    Oramai è tra i miei poeti preferiti. “Le sere” (pubblicata precedentemente) rimane la sua poesia che più mi è rimasta incisa sulla pelle. Grazie.

Lascia un commento

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione / Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione / Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione / Modifica )

Google+ photo

Stai commentando usando il tuo account Google+. Chiudi sessione / Modifica )

Connessione a %s...