3 di > Christos Toumanìdis

poeti greci contemporanei tradotti da Massimiliano Damaggio


Reclusione

Di nuovo lunedì – e la porta del pomeriggio
di nuovo chiusa.
E quando vedere gli alberi, s’allontanano
sempre più. Sempre più vuoto il cortile.
Il canto nella gabbia, una ferita.

La domenica non basta!

La sedia accanto alla finestra.
La strada inizia e finisce nella stanza.
Calano ancora le ore.
L’eco oltre il cancello, le grida dello stadio
– un altro modo che hanno di piangere i ragazzi
per un attimo.

Fa notte presto la domenica!

Quando viene il lunedì
                              ti fai ancora più sottile.
Una lama nuda il giorno. E la paura –
non parlare non protestare.
Ti vedono dovunque.

E non un solo istante
                              che le mani facciano pace.

Εγκλεισμός

Δευτέρα πάλι, και η πόρτα του απογεύματος
πάλι κλειστή.
Πότε να δεις τα δέντρα· ολοένα ξεμακραίνουν.
Αδειάζει η αυλή.
Το κελάηδημα στο κλουβί μια πληγή.

H Κυριακή δε φτάνει!

H καρέκλα πλάι στο παράθυρο.
Μες στο δωμάτιο αρχίζει και τελειώνει ο δρόμος.
Γέρνουν ξανά οι ώρες.
Η βουή πέρα απ’ τη μάντρα και οι φωνές του Σταδίου
– μια στιγμή που δακρύζουν αλλιώς τα παιδιά.

Γρήγορα που νυχτώνει, αχ, η Κυριακή!

Σαν έρχεται η Δευτέρα
                              στενεύεις πιότερο.
Ένα γυμνό μαχαίρι η μέρα. Κι ο φόβος –
μη μιλήσεις μη διαμαρτυρηθείς.
Παντού σε βλέπουν.

Πού να βρεις μια στιγμή
                              να συμφιλιώσεις τα χέρια σου;

*

Lettera a Vincent Van Gogh

1
Le sottili sfumature dell’infinito.
Il sole
            i pennelli
                                la pistola.
Mi seguono come un’ombra variopinta
da trent’anni e più.
Da Nàussa ad Arles.
Da Egàleo ad Auvers.
Dalla giovinezza alla paternità e
da lì alle stelle.
Alle stelle che tu hai dipinto
nel tuo buio, immenso
maestro della solitudine!

Mi seguono passo passo –
Vorinaz, i corvi
le tue lettere disperate,
e quella Casa Gialla sulla soglia della tua notte.
Sulla lama del rasoio.

C’è posto per tutto nel blu?
C’è posto per tutti questi pensieri sulla bellezza?
Forme confuse, significati in fuoco.

Una domenica ti sei messo il cappello
e hai preso la strada più veloce.
La stessa dove passa la Fama.

2
Poiché ogni ponte era crollato
e il tuo debito verso i sogni
saldato,
che restava?
La morte vinta.
La morte del tempo.
Hai lasciato che un’ultima luce
volasse dalla canna – la tua anima.

Una volta per tutte
libero
da emicranie e stridere
di corvi
e amori sterili.
Se verranno i colori?
Se Teo arriverà in tempo?
Se. se. se.
“Se ogni conto in sospeso della vita
si chiudesse”, hai detto
con un colpo.

Sacro squarcio del cervello!

Ogni giorno da allora
Vincent, aveva i tuoi colori,
colori che nemmeno Dio
poteva dipingere.

Giorno che sorge improvviso
dall’abisso girasole dello spirito.

Γράμμα στον Vincent van Gogh

1
Οι λεπτές αποχρώσεις του απείρου.
Ο ήλιος
              τα πινέλα
                                 το περίστροφο.
Μ’ ακολουθούν σαν μια πολύχρωμη σκιά,
τριάντα τόσα χρόνια.
Από τη Νάουσα στην Αρλ.
Από το Αιγάλεω στην Ωβέρ.
Από την εφηβεία στην πατρότητα και
από κει στ’ αστέρια.
Στ’ αστέρια που ζωγράφισες εσύ
μες στα σκοτάδια σου,
ω, εξαίσιε δάσκαλε της ερημίας!

Μ’ ακολουθούνε βήμα βήμα –
το Βορινάζ, τα κοράκια
οι απελπισμένες σου επιστολές,
κι εκείνο το Κίτρινο Σπίτι στην άκρη της νύχτας σου.
Στου ξυραφιού την κόψη.

Πώς να χωρέσουν όλα μες στο μπλε;
Πώς, τόσες και τόσες σκέψεις για την ομορφιά;
Συγκεχυμένα σχήματα, πυρπολημένες σημασίες.

Έβαλες το καπέλο σου μια Κυριακή,
και πήρες το δρόμο τον πιο σύντομο,
αυτόν που παίρνουνε οι Φήμες.

2
Αφού όλα τα γεφύρια είχαν γκρεμιστεί,
αφού το χρέος σου απέναντι στα όνειρα
το είχες επιτελέσει,
τι απέμεινε;
Ο κερδισμένος θάνατος.
Ο θάνατος του χρόνου.
Ως ύστατο φως
από την κάνη άφησες να πεταχτεί· η ψυχή σου.

Έτσι απαλλάχθηκες – μια για πάντα –
απ’ τους πονοκεφάλους,
τα κρωξίματα.
τους άγονους έρωτες.
Θα ‘ρθουν τα χρώματα;
Θα φτάσει εγκαίρως ο Τεό;
Θα. θα. θα.
«Θάνατος
σε όλες τις εκκρεμότητες του βίου», είπες
μ’ έναν πυροβολισμό.

Ω, άγιο ρήγμα του μυαλού!

Οι μέρες που ακολούθησαν έκτοτε
είναι έτσι όπως τις χρωμάτισες εσύ Βικέντιε.
Έτσι όπως δεν μπόρεσε να τις χρωματίσει
…ο Θεός.

Είναι οι μέρες που έρχονται άξαφνα
απ’ της ψυχής τα ηλιοτρόπια βάθη.

*

Ode al frigorifero

Ah, notte polare e privata
senza sogni e senza cielo.
Notte di freon e d’ammoniaca.
Notte bianca.

Plasmato per avere un solo scopo:
ricordare la morte.
Il presunto tempo vinto.
Che parole trovare per cantarti!

Ah, paesaggio nebbioso e verticale.
Il vento potente e il ramo fiorito,
la benedizione della chioccia
non saprai mai.

Te ne stai nel tuo angolo
bestia mutilata
bocca senza denti
che ingoia senza sosta gli elettroni.

Custode della nostra ansia.

Ogni volta che apro il tuo sportello
vedo la mia vacuità.

Ah, memoria dello zero!
Fossa della bestia macellata nel buio.
Scatola di visioni d’una gallina
accanto alle sue uova congelate.
Non sei altro che un impasto
di metallo e di cervello.

Sei una canzone compressa fino al silenzio.
Biancore doloroso del nero.

Ωδή σε ένα ψυγείο

Α! ιδιωτική πολική νύχτα,
δίχως όνειρα και δίχως ουρανό.
Νύχτα αμμωνίας και φρέον.
Νύχτα λευκή.

Πλάστηκες μόνο και μόνο
για να υπενθυμίζεις τον θάνατο.
Το νικημένο δήθεν χρόνο.
Τι λόγια να βρω για να σε τραγουδήσω!

Ω! κατακόρυφο ομιχλώδες τοπίο.
Τον εύρωστο άνεμο και τ’ ανθισμένο κλαδί,
την ευλογία της κλώσας, εσύ
ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Στέκεις εκεί στη γωνιά σου
ακρωτηριασμένο θηρίο,
στόμα δίχως δόντια που
αδιάκοπα καταβροχθίζει ηλεκτρόνια.

Συντηρητή εσύ της αγωνίας μας.

Κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα σου,
βλέπω τη ματαιότητά μου.

Ω, μνήμη του μηδενός!
Μνήμα του ζώου που σφάχτηκε στα σκοτεινά.
Κουτί των οραμάτων μιας κότας
πλάι στα παγωμένα αυγά της.
Δεν είσαι παρά,
συνονθύλευμα μετάλλου και μυαλού.

Συμπιεσμένο ως τη σιωπή τραγούδι είσαι.
Οδυνηρή λευκότητα του μαύρου.


Χρήστος Τουμανίδης (1952). Vive dal 1965 ad Atene. Decisivo l’incontro con Ritsos nel 1985, dal quale ha “appreso i segreti della creazione poetica”. Appartiene alla cosiddetta “Generazione degli anni ’70”. Pubblica il primo libro nel 1978. Ad oggi ha all’attivo nove pubblicazioni di poesia e partecipazioni a diverse antologie. Suoi testi sono stati tradotti in in svedese, inglese, russo, spagnolo, italiano, albanese e persiano.

Copertina: Vincent van Gogh, il seminatore

Pubblicità

4 pensieri riguardo “3 di > Christos Toumanìdis”

  1. Grazie mille per l’onore che fate.
    Grazie mille al tuo eccellente traduttore, Massimiliano Damaggio, che ha dato voce italiana alle mie poesie.
    (Christos Toumanidis)

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...

Questo sito utilizza Akismet per ridurre lo spam. Scopri come vengono elaborati i dati derivati dai commenti.