Poeti Greci Contemporanei (VI)

Nìkos Alèxis Aslànoglou

Nìkos Alèxis Aslànoglou
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

clicca sull'immagine

Nasce a Salonicco nel 1931. Nell’adolescenza, adotta lo pseudonimo Alèxis del protagonista di “Umiliati e offesi” di Dostoevskij. Dopo gli studi di filologia francese all’università della sua città, divenne condirettore dell’industria tessile del padre, che fallì dopo pochi anni. Partì da Salonicco per continuare i propri studi universitari al Cairo e ad Aix-en-Provence. Svolse molti lavori: bibliotecario, insegnante di lingue straniere e come consulente tecnico nel settore edile. Nel 1980 si stabilì ad Atene, dove è morto nel 1996. Ha scritto soprattutto poesia, pubblicando nove raccolte dal 1954 al 1991, un romanzo e alcuni lavori per il teatro, come sceneggiatore.

(Massimiliano Damaggio)

Nìkos Alèxis Aslànoglou
Antologia poetica
Cura e traduzione di Massimiliano Damaggio

Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

La poesia non ci cambia

La poesia non ci cambia la vita
la stessa stretta, il nodo della pioggia
la caligine della città che imbrunisce
Non ferma la putrefazione che avanza
non guarisce i nostri vecchi errori
La poesia ritarda la metamorfosi
rende più difficile il nostro atto quotidiano

*

Στην ενδοχώρα

Οσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό
Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια
Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα

Nell’entroterra

Quanto più avanzo nell’entroterra
niente mi cancella dagli occhi
la separazione eterna. In valli profonde, fangose
di pioggia, giunge il sussurro del sole con il mare
inciampando in uno stretto ricongiungersi, ideale
Come brillano nella loro cenere, diceva, come
fanno più profondo il cuore, mutilando
dita e nervature, scavano a fondo
della terra per cercare campi minati
Me io mentre avanzavo nell’entroterra vidi
nel fuoco del ricordo la cenere nella luce

*

Ερείπια της Παλμύρας

Οσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν
Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα

Rovine di Palmìra

Quanto più il tempo passa ed avanzo
a fondo nell’ammissione, tanto più capisco
perché dai peso e fai tua l’importanza
che gli uomini danno alle rovine. Qui dove tutto
è spazzato via, i marmi e le pietre e la storia
resti tu con il tuo respiro rovente a ricordare
il passaggio nella bellezza, la memoria
di chi impercettibile tacque dentro me
nella contorsione del suo stesso crollo, e anche
gli altri che fiduciosi scorrono in sonno profondo
Quanto più passa il tempo e più a fondo avanzo
nell’autunno immobile che lava e ammorbidisce
i marciapiedi, tanto più vedo
nell’offerta dorata del sole un abbandono
di quanto aspetto e non ho preso, di quanto
mi chiesero e rifiutai non avendo, di quanto
sconsideratamente condivisi e ora
sono uno straniero e uno straccione
Ma quando
nella memoria frantumata le rovine
rimesto, trovo la profonda risposta perché i marmi
e le pietre e la storia restano per ricordare
il tuo passaggio nella bellezza – risposta
di quanto aspetto e non ho preso

*

Ψευτίζοντας τον διορισμό

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό που εκφράζεται
σε σπίτια ή εκκλησιές, σε σκέψη από κρύσταλλο
μες στο νερό ή πάνω στην καμένη γη
στη μουσκεμένη άσφαλτο προς τα χωριά
φώτα και μούχλα μες στις φυλλωσιές
της λασπωμένης γης, Βαγγέλη μου
του λέω

Ναυαγισμένος ουρανός που δεν νυχτώνει
τα μάτια σου χωρίς λεπτούς μηχανισμούς
απάντησε δακρύζοντας, κόβοντας τους πυράκανθους
αναπολώντας πιο τεχνητές κατασκευές
όχι πια πιστευτές, αληθινές τάχα
είμαστε αυτό σου λέω

Alterando il ruolo

Il problema non è ciò che si esprime
in case o chiese, in pensiero di cristallo
dentro nell’acqua o sulla terra bruciata
sull’asfalto bagnato in direzione di paesi
luci e muffa nel fogliame
di terra fangosa, Vanghélis
gli dico

Un cielo naufrago che non annotta
i tuoi occhi senza meccanismi sottili
rispose piangendo, tagliando i piracanti
rievocando costruzioni più artificiali
non più credibili, magari veritiere
siamo quello che ti dico

*

Η κατεδάφιση

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το σιδερένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δεν μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρώμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα

La demolizione

Mentre stritolavano poco a poco le rete metallica
che sanguinava per i riflettori, non parlai
di tutta una notte d’orgia di sangue fra le fondamenta
di cristalli e argenti della notte limpida
di musica mentre sul tardi s’accende lo stravizio
in un bacio inatteso. Non sopporto più
simili favole. Forse ossa tritate
dentro nell’acqua trovate dall’escavatrice
di bianchezza quasi angelica. Arte più sordida
della poesia non ne conosco

*

Κτιριολογια

Κάποιος ήθελε σπίτια από σάρκα και αίμα
εγώ προσωπικά τα προτιμώ από πέτρα
πεισματικά αντιστέκονται μ’ όλες τους τις ρωγμές
αξιοπρεπή μέχρι την ώρα του εκσκαφέα

Μα οι πλατείες πρέπει νάναι γεμάτες αίμα
υπόγλυκο, ανεξίτηλο, κι ακόμα
να σχεδιαστούν μέσα σε ανθρώπινα καλούπια –
καθώς σιγά σιγά γερνούν νάχουν τα χρόνια
του αγοριού που βλέπει με άλλα μάτια.
Παράδειγμα η πλατεία Ναυαρίνου, είναι καινούργια
παιδιά και σιντριβάνια παίζουν στα παρτέρια
σαν σκηνικό τη νύχτα της σφαγής

Edificiologia

Qualcuno voleva case di carne e sangue
io personalmente le preferisco di pietra
resistono ostinatamente con tutte le loro crepe
dignitose fino all’ora dell’escavatrice

Ma le piazze devono essere piene di sangue
dolciastro, indelebile, e anche
progettate su matrici umane –
così che mentre piano invecchiano abbiano gli anni
del bambino che guarda con altri occhi.
Esempio piazza Navarìnou, è nuova
bambini e fontane giocano fra le aiuole
come scena la notte del macello

***

POETI GRECI CONTEMPORANEI

[scarica l’e-book]

***

Annunci

4 pensieri riguardo “Poeti Greci Contemporanei (VI)”

  1. Grazie a Francesco Marotta per averci fatto scoprire, mediante queste bellissime antologie con testo a fronte, i nuovi poeti greci.

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...

Questo sito utilizza Akismet per ridurre lo spam. Scopri come vengono elaborati i dati derivati dai commenti.